Ὁ τυφλὸς βλέπει

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 2 Ἰουνίου 2019, τοῦ Τυφλοῦ (Ἰωάν. θ΄ 1-38)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα. ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ᾿ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. ῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

1. Η ΔΕΙΛΙΑ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ

Κάποιο Σάββατο ὁ Κύριος στὴν Ἱερουσαλὴμ συνάντησε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε γεννηθεῖ τυφλός. Καὶ ἀφοῦ ἔφτιαξε πηλὸ μὲ τὸ σάλιο του, ἔχρισε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. Δοκιμάζοντας ὅμως τὴν πίστη του, δὲν τὸν θεράπευσε ἀμέσως, ἀλλὰ τοῦ εἶπε: «Πήγαινε, νίψου στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ». Κι ὁ τυφλὸς ὑπάκουσε ἀμέσως. Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε! Ὅσοι ὅμως τὸν ἔβλεπαν κατόπιν ὑγιή, ἀποροῦσαν: «Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ τυφλὸς ποὺ ζητιάνευε;» Ἄλλοι ἔλεγαν «αὐτὸς εἶναι», ἄλλοι ὅμως ἔλεγαν «εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ μοιάζει». Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς διαβεβαίωνε ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος. Κι αὐτοὶ ἔκπληκτοι ἀποροῦσαν: «Πῶς θεραπεύθηκαν τὰ μάτια σου;» Κι ἐκεῖνος μὲ θάρρος ἐξηγοῦσε πῶς ἔγινε τὸ θαῦμα.

Κι ὅταν κατόπιν τὸν ὁδήγησαν στοὺς Φαρισαίους, ἄρχισε μία νέα ἀνάκριση: «Πῶς βρῆκες τὸ φῶς σου;» Κι ἐνῶ ἐκεῖνος τοὺς ἐξήγησε, οἱ Φαρισαῖοι δὲν ἤθελαν νὰ τὸ παραδεχθοῦν. Κάποιοι μάλιστα ἔλεγαν γιὰ τὸν Κύριο: «Αὐτὸς δὲν εἶναι ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν τηρεῖ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου». Ἄλλοι ὅμως ἀντα-παντοῦσαν: «Πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς νὰ κάνει τέτοια μεγάλα θαύματα;» Κι ἄρχισαν πάλι νὰ ἐξετάζουν τὸν τυφλό: «Ἐσὺ τί λὲς γι’ αὐτόν;» Κι αὐτὸς τοὺς εἶπε: «Ἐγὼ λέω ὅτι εἶναι προφήτης».

Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως ἐπιμένουν στὴν ἄρνηση. Γι’ αὐτὸ φωνάζουν τοὺς γονεῖς του καὶ τοὺς ρωτοῦν: «Αὐτὸς εἶναι ὁ γυιός σας ποὺ λέτε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Καὶ πῶς τώρα βλέπει;» Οἱ γονεῖς ὅμως φοβισμένοι μήπως τοὺς διώξουν ἀπὸ τὴ Συναγωγὴ ἀπάντησαν: «Αὐτὸς εἶναι ὁ γυιός μας καὶ πράγματι τυφλὸς γεννήθηκε. Πῶς ὅμως τώρα βλέπει, δὲν ξέρουμε. Ὥριμη ἡλικία ἔχει, ρωτῆστε τον».

Οἱ γονεῖς λοιπὸν ἀποφεύγουν νὰ δώσουν σαφὴ ἀπάντηση γιὰ τὸ θαῦμα. Φοβοῦνται καὶ τρέμουν καθὼς βλέπουν τοὺς Φαρισαίους νὰ μιλοῦν μὲ θυμὸ καὶ ἀπειλές, γιὰ νὰ τοὺς ἐκφοβίσουν. Κι ἀπαντοῦν μόνο στὶς δυὸ πρῶτες ἐρωτήσεις τους. Στὴν τρίτη σιωποῦν, ἐνῶ ἦταν βέβαιοι γιὰ τὸ θαῦμα καὶ ὄφειλαν νὰ ἀπαντήσουν ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Κύριο ποὺ θεράπευσε τὸ παιδί τους. Ἀλλὰ αὐτοὶ τρομοκρατημένοι ἄφησαν τὸν γυιό τους μόνο του νὰ σηκώσει τὸ βάρος τῶν ἀπειλῶν τῶν Φαρισαίων.

Ἡ ἱστορία αὐτὴ ἐπαναλήφθηκε πολλὲς φορὲς μέσα στὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὶς μέρες μας, ποὺ τόσο μεγάλη πολεμικὴ γίνεται ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ συκοφαντίες καὶ οἱ κατηγορίες πολλές, οἱ ἔμμεσες ἀπειλὲς ὕπουλες, καὶ ὁ φόβος κάνει πολλοὺς νὰ φοβοῦνται νὰ ποῦν τὴν ἀλήθεια γιὰ πολλὰ θέματα πίστεως, νὰ δειλιάζουν νὰ πάρουν θέση καὶ μάλιστα ἐνώπιον ἀνθρώπων ποὺ κατέχουν κά-ποια μεγάλη θέση στὴν κοινωνία· γιὰ νὰ μὴν ἐκτεθοῦν, γιὰ νὰ μὴν κινδυνεύσει ἡ σταδιοδρομία τους, γιὰ νὰ τὰ ἔχουν καλὰ μὲ ὅλους. Ἔτσι προδίδουν τὸ πιστεύω τους καὶ καταπατοῦν τὴ συνείδησή τους. Ὅσους φοβόμαστε νὰ ὁμολογήσουμε αὐτὸ ποὺ πιστεύουμε καὶ νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴν Ἐκκλησία μας, θὰ μᾶς ἀρνηθεῖ κι ὁ Κύριος κατὰ τὴν φοβερὰ ἡμέρα τῆς κρίσεως.

2. Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΤΥΦΛΟΥ

Οἱ Ἰουδαῖοι ἀναστατωμένοι φώναξαν καὶ πάλι τὸν πρώην τυφλὸ καὶ τοῦ εἶπαν: «Δόξασε τὸν Θεό, ὁμολογώντας ὅτι πλανήθηκες. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ σὲ θεράπευσε εἶναι ἁμαρτωλός, ἀφοῦ καταλύει τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου».

Ἐκεῖνος ὅμως μὲ παρρησία καὶ θάρρος ἀπάντησε: «Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλὸς δὲν ξέρω. Ξέρω ὅμως πολὺ καλὰ ὅτι ἐνῶ ἤμουν τυφλός, τώρα βλέπω».

Κι αὐτοὶ ξαναρωτοῦν: «Πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια;» Κι ἐκεῖνος ἀκόμη πιὸ θαρρετὰ ἀπαντᾶ: «Λίγο πρὶν σᾶς τὸ εἶπα καὶ δὲν θελήσατε νὰ τὸ παραδεχθεῖτε. Γιατί τώρα θέλετε ν’ ἀκούσετε πάλι τὰ ἴδια; Μήπως θέλετε κι ἐσεῖς νὰ γίνετε μαθητές του; Κι ἔπειτα ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀλλὰ καὶ ποτὲ δὲν ἀκούσθηκε, ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε ὁ κόσμος, ὅτι θεράπευσε κάποιος μάτια ἀνθρώπου ποὺ εἶχε γεννηθεῖ τυφλός».

Ἐκεῖνοι τώρα ἐξαγριωμένοι τοῦ λένε: «Ἐσὺ γεννήθηκες βουτηγμένος στὴν ἁμαρτία, καὶ διδάσκεις ἐμᾶς;» Καὶ τὸν ἔδιωξαν. Βρῆκε ὅμως ὁ Κύριος τὸν πρώην τυφλὸ καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐσύ, πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ;». «Καὶ ποιὸς εἶναι, Κύριε, γιὰ νὰ τὸν πιστεύσω;», ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος. Εἶπε τότε σ’ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς: «Αὐτὸς ποὺ σοῦ μιλάει, ἐκεῖνος εἶναι». «Πιστεύω, Κύριε», ἀπαντᾶ μὲ εἰλικρίνεια ὁ πρώην τυφλός. Καὶ Τὸν προσκύνησε ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι πραγματικὰ ἀξιοθαύμαστη ἡ ὁμολογία τοῦ πρώην τυφλοῦ. Ἡ παρρησία του ἐκδηλώνεται ὁλοένα καὶ πιὸ θαυμαστή. Ὁμολογεῖ ἀρχικῶς, γεμάτος εὐγνωμοσύνη, στοὺς γνωστούς του τὸ θαῦμα. Καὶ ὅταν ὁδηγεῖται μπροστὰ στοὺς τυφλωμένους ἀπὸ τὴν κακία Φαρισαίους, δὲν κάμπτεται ἀπὸ τὶς ἀπειλές τους καὶ τὴν ἀσφυκτική τους πίεση. Περιγράφει καὶ πάλι τὸ θαῦμα καὶ ὁμολογεῖ χωρὶς νὰ φοβᾶται ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι προφήτης. Κι ὅταν οἱ Φαρισαῖοι ἀπαιτοῦν νὰ ὁμολογήσει ὅτι πλανήθηκε, αὐτὸς ἀκάθεκτος ἐπιμένει στὴν ἀλήθεια. Καὶ τελικὰ προτιμάει νὰ φύγει μακριά τους, μένοντας σταθερὸς στὴν ὁμολογία του, ὅ,τι κι ἂν αὐτὸ θὰ τοῦ κοστίσει.

Καὶ μᾶς διδάσκει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὁ πρώην τυφλός, νὰ ὁμολογοῦμε κι ἐμεῖς τὴν ἀλήθεια μὲ θάρρος, μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ καύχηση, ὅπου καὶ ὅταν μᾶς τὸ ζητάει αὐτὸ ὁ Κύριος. Καὶ γιατί νὰ τὸ κάνουμε αὐτό; Διότι ὁ Χριστὸς μᾶς ἄνοιξε τὰ τυφλὰ μάτια τῆς ψυχῆς. Μᾶς ἔμαθε νὰ ζοῦμε, νὰ πορευόμαστε, νὰ ἐλπίζουμε. Γεμάτοι εὐγνωμοσύνη λοιπὸν κι ἐμεῖς νὰ ὁμολογοῦμε τὸν εὐεργέτη μας καὶ τὴν πίστη μας. Εἶναι προτιμότερο νὰ μείνουμε ἀπομονωμένοι ὁμολογώντας τὴν ἀλήθεια, παρὰ νὰ εἴμαστε φίλοι ὅλου τοῦ κόσμου συμβιβασμένοι μὲ τὸ ψέμα. Καὶ ὁ Χριστὸς θὰ μᾶς εὐλογήσει. Θὰ μᾶς ὁμολογήσει ὡς παιδιά του ἀγαπημένα καὶ θὰ μᾶς καταστήσει πολίτες τῆς Βασιλείας του.

Πηγή:www.osotir.org

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *