Το όραμα της άλλης ζωής της οσίας Αθανασίας, μαθήτριας του Οσίου Σεραφείμ του Σαρωφ

Η Αναστασία αποφάσισε νά πάει στό Μούρομ. Ήθελε νά προσκυνήσει τ’ άγια λείψανα που βρίσκονταν εκεί και νά συναντήσει τό φημισμένο γέροντα Αντώνιο.

Ό γέροντας Αντώνιος ήταν πασίγνωστος σ’ όλη τή Ρωσία γιά τό μεγάλο του προορατικό χάρισμα. Στά νιάτα του ήταν στενός φίλος του όσιου Σεραφείμ. Κι οί δυό τους αγωνίστηκαν μαζί στά δάση του Σάρωφ.

Κάποτε ό όσιος Σεραφείμ, πού πρόβλεπε πώς ό φίλος του είχε κλίση πρός μιά ιδιαίτερη άσκητική ζωή, τόν έστειλε στό Βορονέζ, σ’ έναν άλλο άγιο άνθρωπο, τόν έπίσκοπο Αντώνιο. Ό Αντώνιος αυτός θέλησε νά δοκιμάσει τήν ύπακοή του και του είπε νά κάνει ένα προσκυνηματικό ταξίδι ίσαμε τά σπήλαια του Κιέβου, φορώντας στό κεφάλι του ένα σιδερένιο κλόμπα  (μοναχικό σκούφο), πού ζύγιζε περίπου έπτά κιλά. Ό σκούφος αύτός ήταν παλιότερα τού άγιου Πιπρίμ τού Ταμπώφ.

Μετά άπό τό εξαντλητικό κι εξαιρετικά δύσκολο αυτό ταξίδι, τά οπτικά του νεύρα καταστράφηκαν. Τυφλώθηκε τελείως. Τήν ίδια στιγμή όμως άνοιξαν τά μάτια της ψυχής του. Ό Θεός τού ’δωσε τό χάρισμα της διορατικότητας. Έβλεπε τά παρελθόντα, τά παρόντα και τά μέλλοντα τών άνθρώπων μέ κάθε λεπτομέρεια κι ακρίβεια. Σ’ αυτούς πού διψούσαν γιά τήν ψυχική σωτηρία τους έγινε πνευματικός καθοδηγητής.

Λίγο πρίν άπό τήν κοίμησή του ζούσε στό Μούρομ. Εκεί τόν συνάντησε και ή Αναστασία. Στά τελευταία του έγινε μεγαλόσχημος μοναχός και μετονομάστηκε Αρσένιος. Κοιμήθηκε τήν ημέρα της άγαπημένης του γιορτής, της Κοίμησης της Θεοτόκου, τό 1851.

Κατά τή διάρκεια τού ταξιδιού της πρός τό Μούρομ και λίγο πρίν φτάσει στό χωριό Σαβασλέικα, ή Αναστασία άρρώστησε βαριά. Ήταν τελείως εξαντλημένη. Οί άνθρωποι τού σπιτιού πού έμεινε γιά νά περάσει τή νύχτα έστειλαν νά φωνάξουν τόν παπά της κοντινότερης ένορίας. Φαινόταν ετοιμοθάνατη κι ήθελαν νά της διαβάσει τίς ευχές «εις ψυχορραγούντα». Λίγο πρίν έρθει ό παπάς φαινόταν σάν νεκρή. Ό παπάς είδε τή «νεκρή» Αναστασία κι είπε:

— Νομίζω πώς δέν πέθανε άκόμα. Βρίσκεται σέ κώμα. Αφήστε την μόνη.

Τήν τρίτη μέρα σηκώθηκε, σάν νά ξύπνησε άπό ύπνο. Οι άνθρωποι τού σπιτιού τήν ρώτησαν τί έγινε, μήπως κατά τή διάρκεια πού φαινόταν νεκρή είδε τίποτα. Εκείνη άπάντησε:

— Θά πάω στό σπίτι και θά ρωτήσω τή γερόντισσα. ’Άν μου τό έπιτρέψει, θά σάς τά πω όλα.

Ζούσε μόνη της και κανένας δέν ξέρει ποιάν εννοούσε ή Αναστασία «γερόντισσα» της.

Σύντομα σηκώθηκε άπό τό κρεβάτι και ξεκίνησε μέ τούς συντρόφους της γιά τό Μούρομ. Πήγε σέ πολλά προσκυνήματα. Κοντά στ’ άλλα, πήγε νά συναντήσει και τόν προαναφερόμενο γέροντα Αντώνιο. Ή φήμη του ώς προορατικού είχε φτάσει πολύ μακριά. Εκείνος τήν συμβούλεψε νά ξαναπάει στή Λαύρα τών σπηλαίων τού Κιέβου, γιά νά προσκυνήσει τ’ άγια λείψανα.

Μετά τή συνάντησή της μέ τό γέροντα Αντώνιο, ή Αναστασία ξεκίνησε γιά τό χωριό της. Περνώντας άπό τό χωριό Σαβασλέικα, σταμάτησε γιά λίγο στό σπίτι πού είχε φιλοξενηθεί και διηγήθηκε τ’ άκόλουθα:

«Τή στιγμή πού έχασα τις αισθήσεις μου, είδα τήν οροφή τού σπιτιού σας ν’ άνοίγεται διάπλατα. Δυό νέοι μέ άσπρη στολή και χρυσά ώράρια, σάν κι αύτά πού φορούν οί διάκοι, κατέβηκαν άπό τήν άνοιγμένη οροφή και μπήκαν στό σπίτι. Μέ πήραν στά χέρια τους και μέ άνέβασαν ψηλά. Μπροστά μας άνοιγόταν ένας δρόμος, πού οδηγούσε ευθεία σέ μιά έκκλησιά. Καθώς πλησιάσαμε, οί πόρτες της έκκλησιάς άνοιξαν άπό μόνες τους και μπήκαμε μέσα. Φτάνοντας κοντά στό ιερό, άνοιξαν άπό μόνες τους κι οί πόρτες της Ωραίας Πύλης. Μέ οδήγησαν μέσα στό ιερό.

Εκείνοι έκαναν τρεις εδαφιαίες μετάνοιες και φίλησαν τον Τίμιο Σταυρό και τό Ευαγγέλιο, πού βρίσκονταν πάνω στην ‘Αγία Τράπεζα. Μου είπαν νά κάνω κι έγώ τό ίδιο. Μετά άνοιξε ό θόλος του ιερού. Οί δυό νέοι άρχισαν ν’ ανεβαίνουν και πήραν και μένα μαζί τους. Μπροστά μας άνοιγόταν ένας δρόμος ανάμεσα άπό τά σύννεφα. Τον άκολουθήσαμε. Στίς δυό πλευρές τού δρόμου περπατούσαν άγγελοι, πού έψελναν ύμνους δοξολογίας. Τούς καταλάβαινα, δέν μπορώ όμως νά τούς μεταδώσω. Στά χέρια τους κρατούσαν κεριά. Ξαφνικά βρεθήκαμε μπροστά σέ μιά πεδιάδα, γεμάτη μέ χρυσά λουλούδια…

»…Στό τέρμα της πεδιάδας διακρινόταν ένα τεράστιο σπίτι. Είχε πάρα πολλές καπνοδόχους, άλλά κανένα παράθυρο. Άπό κάθε καπνοδόχο φαινόταν νά βγαίνει ένα παιδικό χέρι. “Τί είναι αυτό;” ρώτησα τούς δυό νέους πού μέ συνόδευαν. Και κείνοι μού άπάντησαν: “Σ’ αύτό τό σπίτι βρίσκονται οί ψυχές τών μικρών παιδιών πού πέθαναν άβάπτιστα. Δέν δοκιμάζονται άπό βάσανα, στερούνται όμως τό φώς τού Χριστού.

Σηκώνουν ψηλά τά χέρια τους και ζητούν νά γίνει σύντομα ή Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού, γιά ν’ άλλάξει ή τύχη τους πρός τό καλλίτερο”. Μετά φτάσαμε σέ μιά θάλασσα, πού τήν περπατήσαμε σά νά ’ταν στεριά. Δεξιά μου έβλεπα πανέμορφους κήπους. Πάνω στά δέντρα κάθονταν παραδείσια πουλιά, πού κελαηδούσαν μέ άνεκλάλητη γλυκύτητα. Άριστερά μου διακρινόταν ένας μαύρος Βράχος. Μαύροι και σκοτεινοί άνθρωποι συνωστίζονταν εκεί κι ανηλεείς άγγελοι τούς κυνηγούσαν. Βαριά χτυπήματα ακούγονταν, σά νά ’πεφταν άπό σκληρά ποιμενικά ραβδιά. Κι οί φοβερές κραυγές τών άτυχων αυτών ανθρώπων δονούσαν τον άέρα…».

Ό Παύλος Λογκάτσεφ άπό τό Κούντλεϋ ήταν άνηψιός της Αναστασίας κι ένας άπό τούς πιό επιμελείς συλλέκτες λεπτομερειών γιά τό βίο της.

Δε δίστασε νά πάει μέχρι τά Σαβασλέικα, όπου άκουσε τήν άφήγηση αυτού τού οράματος από τούς ίδιους τούς άνθρώπους τού σπιτιού, στούς όποιους τό διηγήθηκε ή ίδια.

Στή συνέχεια ή Αναστασία ξεκίνησε γιά τό Κίεβο, όπως τήν συμβούλεψε ό γέροντας Αντώνιος. Μαζί της πήρε τήν ξαδέλφη της Φεβρωνία. Στό Κίεβο έπεσε σέ κώμα γιά μιά ολόκληρη μέρα. Όταν συνήλθε, τήν ρώτησαν άν στή διάρκεια πού Βρισκόταν σέ κώμα είδε κάποιο όραμα.

Δέν άνάφερε άπολύτως τίποτα. Άρκέστηκε νά πει πώς δέν είχε ευλογία νά μιλήσει. Μόνο στή Φεβρωνία ομολόγησε: «Είδα σά νά Βρισκόμασταν κι οί δυό μας στά σύννεφα. Και ξαφνικά ξεχύθηκε ένα μαύρο πλήθος από ’να δάσος και σέ πήρε από κοντά μου».

‘Η Φεβρωνία παντρεύτηκε στήν ηλικία τών σαράντα χρόνων. Αύτό τό γεγονός μου τό διηγήθηκαν δυό κοπέλλες από τό χωριό Βερεζόφκα, της έπαρχίας Άρντάτωφ. ‘Η μιά ήταν ή Παρασκευή Ίβάνοβνα Κότοβα, πού έμαθε  γραφή κι ανάγνωση από τη Φεβρωνία. Ή άλλη ήταν ή Παρασκευή Ίγκόροβα. Κι οί δυό τους ήταν προσφοράρισσες. Πνευματικά ήταν πολύ κοντά στήν Αναστασία και προσπαθούσαν νά μιμηθούν τή ζωή της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΟΣΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑ. ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ. ΑΘΗΝΑ 2003.

Πηγή: www.iellada.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *